Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Ένας φίλος που γνώρισα...

ΚΑΡΚΙΝΟΣ… Ένας  φίλος που γνώρισα...


-  Κοίταξε, μου είπε, μόλις γνωριστήκαμε, εγώ δεν είμαι σαν τις άλλες τις πουτάνες.
΄Εγώ μιλάω αντρίκια. ΄Εγώ δεν ήρθα πισώπλατα όπως οι άλλες, ενώ κοιμάσαι ή γαμάς να σ΄ αφήσω στον τόπο με ένα έμφραγμα.
Ούτε σαν το άλλο το τσογλάνι το εγκεφαλικό,  μια και κάτω,  χωρίς να προλάβεις  να  πεις κουβέντα.
Αυτά μου είπε μόλις πρωτοδώσαμε τα χέρια στην αίθουσα αναμονής του ακτινολογικού.
-    Έτσι όπως το θέτεις νομίζω πως έχεις δίκιο... τόλμησα να ψελλίσω, αλλά…
-  Δεν υπάρχει «αλλά» μου λέει απότομα. Και στο κάτω-κάτω της γραφής, φίλε μου, εγώ δεν ήρθα από μόνος μου. Εσύ με φώναξες με τις μαλακίες που κάνεις μια ζωή. Έτσι ήρθα να στην πω, φίλε μου, πως οι μαλακίες τέλος. Έχεις διορία κάτι μήνες, άντε και ΄κάνα δυο-τρία χρονάκια, αν είσαι καλό παιδί, για να αλλάξεις και να  σωθείς… Αλλιώς τέλος...  Βλέπεις είμαι ειλικρινής μαζί σου, φίλε μου.
Σταμάτησα να τον ακούω,  βγήκα έξω στην αυλή, έβγαλα το τσιγάρο πήρα μια γερή τζούρα και τον ρούφηξα μέσα μου, με όλη μου τη δύναμη... Σκέτη θανατηφόρα απόλαυση.
Με ακολούθησε από πίσω.
- Σας ξέρω, μου λέει, όλοι ίδιοι είστε… θέλετε αμέσως να με ξεφορτωθείτε.. Μήπως γνωριστήκαμε κατά λάθος... Μήπως το μηχάνημα ήταν σκονισμένο...Μήπως φταίει ο μαλάκας ο υπάλληλος...  Ολόκληρη η ευκαιρία μπροστά σας για αλλαγή, δεν τη βλέπετε…και αμέσως ψάχνετε για δικαιολογίες… Ανθρωπάκια.
Δεν είχα όρεξη για κουβέντα, του έδωσα το χέρι αναγκαστικά κλείνοντας νέο ραντεβού σε δύο μέρες…για περαιτέρω εξετάσεις.
- Εγώ εδώ θα είμαι μου λέει … Θα σε περιμένω.
 
- Άντε και γαμ.. είπα από μέσα μου και ξεκίνησα να κατηφορίζω, για την παραλία. Εκεί καταλήγω πάντα…Δίπλα στη θάλασσα.
Το μάρμαρο ζεστό από τον ήλιο και η θάλασσα λάδι. Είναι οι τελευταίες ζεστές μέρες τού Σεπτέμβρη.  Ξεκούμπωσα όλα τα κουμπιά από το πουκάμισο και ξάπλωσα στο μάρμαρο.
- Έχει δίκιο ο τύπος σκέφτηκα, και άρχισα να νευριάζω άσχημα με τον εαυτό μου. Τι τον βρίζεις, ηλίθιε, τι περίμενες… Έχεις καπνίσει μέχρι τώρα στη ζωή σου ένα αμπάρι από  τσιγαράδικο πλοίο, βρωμοκοπάς ολόκληρος, και στο γράφει κι από έξω  με τεράστια γράμματα πως προκαλεί καρκίνο. Τι δεν κατάλαβες;
Άρχισα να ιδρώνω από τη ζέστη και από τα νεύρα μου.  
-  Τι τη θέλω εγώ τώρα την ηλιοθεραπεία, σκέφτηκα.  Για τέτοια είμαστε τώρα; Μόλις ανακάλυψα ότι άρχισα να σκέφτομαι σαν να έχω ημερομηνία λήξης. Προσδόκιμο ζωής, 5-6 χρόνια. Έτσι λένε οι στατιστικές.
- Νέος άνθρωπος ήταν, καλή μου, δεν πρόλαβε να χαρεί τίποτα. Τώρα τελευταία μάλιστα είχε καταστραφεί και οικονομικά, πόσα νομίζεις μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος. Όλα μαζί  πέσανε... Έφυγε πάει ο άνθρωπος, αυτό έχει σημασία. Ούτε εγγονάκια πρόλαβε να δει...  
Με κάτι τέτοιες και άλλες παρόμοιες, εποικοδομητικές σκέψεις κατάφερνα και ξενυχτούσα τα βράδια.
Είχε αρχίσει να χαράζει όταν άκουσα το θόρυβο από τη σκουπιδιάρα τού Δήμου.
Η πόλη ξεκινούσε τη ζωή της, έπρεπε να ξεκινήσω κι εγώ. Κάθε πρωί, ανοίγω το παράθυρο για να δω τον ουρανό. Ποτέ μου δεν χρησιμοποιώ ομπρέλα, απλά έχω μια αγωνία να δω αν θα έχει ήλιο ή συννεφιά. Ευτυχώς ζω στην Ελλάδα κι έτσι, τις περισσότερες φορές, ξεκινάω με χαμόγελο. Έτσι κι η σημερινή μέρα, από το γαλάζιο του ουρανού και το φως τού ήλιου, ήταν σίγουρο πως θα ΄ταν μια απίθανη ηλιόλουστη μέρα. Το μόνο που την χαλούσε ήταν το απογευματινό ραντεβού πού είχα Μαζί του…
Όλες αυτές τις μέρες, κάθε νύχτα με νικούσε, και κάθε πρωινό έπαιρνα το  αίμα μου πίσω. Κάθε πρωί, ο ζωοδότης ήλιος με το φως του,  τα παιδάκια που πήγαιναν ανέμελα στο σχολείο, οι γυναίκες που τίναζαν τα σεντόνια στα μπαλκόνια, ο μαλάκας που κόρναρε από πίσω μου, μια γιαγιά που κάθε πρωί, πηγαίνοντας στο φούρνο, μου λέει τόσο ευγενικά καλημέρα, το αντρόγυνο με το απίθανο ακορντεόν τους και την υπέροχη φωνή τής γυναίκας του, η γάτα πού λιάζεται πάνω στην οροφή του αυτοκινήτου, τα ερωτευμένα κορίτσια πιασμένα χέρι χέρι. Όλα μύριζαν Ζωή…


Μόλις είχα πάρει την απόφαση μου, και κατάλαβα ότι ήταν η σωστή. Γιατί έφυγε αμέσως από πάνω μου το βάρος της νύχτας του σκοταδιού και του θανάτου; Η ζωή και η ελευθερία πάνε πάντα μαζί και σου χαρίζονται μόνο μια φορά στη ζωή. Από εκεί και πέρα, κάθε μέρα πρέπει να αγωνίζεσαι και να παλεύεις για να τις κρατήσεις για όλη σου τη ζωή.
Έτσι πήρα την απόφαση να παλέψω, μαζί του, μέχρι τέλος. Πήγα πιο μπροστά στο ραντεβού. Τα αποτελέσματα, φυσικά, δεν ήταν έτοιμα ακόμη κι έτσι έκατσα στη γκρίζα αίθουσα περιμένοντας. Πάντα αναρωτιόμουν πόσους τόνους γκρι έχουν ξοδέψει για όλα τα νοσοκομεία της χώρας, για να  είναι τόσο χαρούμενα...


Ήρθε κι έκατσε δίπλα μου. Ένιωσα να διακατέχεται από μια ανασφάλεια, δεν φαίνονταν τόσο σίγουρος. Ίσως, σκέφτηκα, γνωρίζει την απόφασή μου. Πήγε κάτι να πει αλλά τον έκοψα αυτή τη φορά εγώ,απότομα.
-  Άκου, φίλε μου, έχεις χάσει, του είπα με απόλυτη σιγουριά.
-  Αποφασισμένο σε βρίσκω.
-  Πρώτον, σε έχω κόψει μαχαίρι. Δεύτερον, σε έχω καταδικάσει να πεθάνεις από πείνα.
-  Τι εννοείς, δηλαδή;
-  Φίλε μου, σταμάτησα να τρώω ό,τι σε τρέφει...και να δούμε ποιος θ΄ αντέξει και ποιος θα πεθάνει.
Κατάλαβα πως ξαφνιάστηκε.
-Πάντως σ’ ευχαριστώ για την ειλικρίνειά σου. Με έκανες να σκεφτώ και νά αλλάξω πολλά στη ζωή μου. Ξανάζησα συμπυκνωμένη τη ζωή μου σε  τρεις μέρες. Ανακάλυψα πως το να ξυπνάς κάθε πρωί είναι ευτυχία, πως αν θέλεις, βλέπεις ομορφιά εκεί που δεν τη βλέπουν οι άλλοι, πως το ποτήρι είναι πάντα μισογεμάτο, πως η εκδίκηση δεν είναι πιάτο που τρώγεται κρύο, πως η ξεχασμένη κακία μέσα μας μόνο σ’ εμάς κάνει κακό, πως το ν΄αγαπάς τους ανθρώπους σου, δεν είναι αυτονόητο, πρέπει και να τους το λες (κανένας δεν θα σε θυμάται για τις σκέψεις σου) καί πως όταν αγωνίζεσαι είσαι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ..
Αυτά άρχισα να του φωνάζω πλέον με δύναμη. Όταν ακούστηκε το όνομά μου από το μεγάφωνο.
-  Τα αποτελέσματά σας είναι έτοιμα.
Σηκώθηκα και έτρεξα στο γραφείο.
-  Είστε μια χαρά, ήταν η απάντηση, δεν υπάρχει τίποτα από αυτό πού φοβόμασταν.


Ξαφνικά ένοιωσα τόσο ελαφρύς. Γύρισα το κεφάλι μου προς το σαλόνι. Η καρέκλα ήταν άδεια. Είχε φύγει.    Άρχισα να  κατηφορίζω προς τη θάλασσα. Εκεί καταλήγω ΠΑΝΤΑ…


                                                                                                                  Ελευθερία Επαμίτη.
                                                                                                           
ΥΓ.  Η ιστορία  είναι αληθινή. Όποιος την  αντέχει . .