Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Οι δέκα λόγοι που καθιστούν το χρέος παράνομο και καταχρηστικό


Του Όθωνα Κουμαρέλλα

Με αφορμή την ημερίδα για το χρέος και τις τράπεζες που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Κυριακή 9 Νοέμβρη 2014 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο -που δεν προσκληθήκαμε- και στην οποία ακούστηκαν διάφορες απόψεις, είναι χρήσιμο, να «φρεσκάρουμε» λίγο τη μνήμη μας, και να καταθέσουμε τη δική μας καθαρή θέση για άρνηση αναγνώρισης του χρέους και τη μονομερή από την πλευρά μας διαγραφή του, όπως κατά καιρούς έχει αυτή εκφραστεί και αιτιολογηθεί πλήρως στα επίσημα κείμενα του Ενιαίου Παλλαϊκού Μετώπου.

Πολλοί και μόνο στο άκουσμα της φράσης περί μονομερούς διαγραφής του χρέους εξανίστανται, αφού θεωρούν, ότι με την άρνηση αναγνώρισης και παύσης της αποπληρωμής του χρέους από την πλευρά της Ελλάδας, θα προχωρήσουμε σε μια παράνομη και επί της ουσίας «ανήθικη» πράξη απέναντι σε αυτούς που μας δάνειζαν. Μια παράνομη κι ανήθικη πράξη άρνησης ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις μας, που θα μας οδηγήσει στη διεθνή κατακραυγή, στην απομόνωση και τελικά σε μεγαλύτερα δεινά.

Άλλοι, πάλι, θεωρούν μια τέτοια εξέλιξη, αναγκαία μεν, αλλά αδύνατη κάτω από τις διαμορφωμένες συνθήκες.

Όσοι βέβαια ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, πέραν από τους κυβερνητικούς που έχουν τους ιδιοτελείς λόγους τους, είτε δεν γνωρίζουν τα πράγματα και αντιδρούν αυθόρμητα, είτε παρασυρόμενοι από τον συρμό και την ασύστολη προπαγάνδα, αδυνατούν να κατανοήσουν τι πραγματικά συμβαίνει με το ελληνικό χρέος.
Η συσκότιση των πάντων γύρω από τη δημιουργία του χρέους και του τρόπου που αυτό εξελίχθηκε έχει ακριβώς αυτό το σκοπό. Τη δημιουργία σύγχυσης και την απονεύρωση οποιασδήποτε αντίδρασης στις ακολουθούμενες πολιτικές. Πολύ περισσότερο που στο «παιγνίδι» του ελληνικού χρέους εμπλέκονται είτε άμεσα, είτε έμμεσα Έλληνες μεγαλοεπιχειρηματίες, τραπεζίτες και πολιτικοί.


Το χρέος, λοιπόν, είναι παράνομο και καταχρηστικό διότι:

Πρώτο: είναι προϊόν διαφθοράς. Παράνομο χρέος είναι αυτό το οποίο αυξήθηκε στην υπηρεσία ιδιωτικών συμφερόντων και όχι για την ευημερία των ανθρώπων. Ένας απλός έλεγχος όλων των συμβάσεων, όπως της Ζήμενς, των Ολυμπιακών αγώνων, των εξοπλισμών, των δανείων από τράπεζες όπως της Γκόλντμαν Σακς, των υποδείξεων τραπεζών και χρηματιστικών εταιρειών για δάνεια, για διευθετήσεις δανείων, τον έλεγχο για υπερτιμολογήσεις, τοκογλυφίες, μίζες κι όλα όσα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι συνέβησαν, θα αποδείξει ότι ο δανεισμός υπήρξε όχι μόνον απεχθής αλλά επαχθής και ειδεχθής για τον ελληνικό λαό, παράνομος, δόλιος και απόρροια προδοτικής συμπεριφοράς των ιθυνόντων. Ένας τέτοιος έλεγχος δεν χρειάζεται να προηγηθεί των όποιων μονομερών ενεργειών από μέρους μας.

Δεύτερο: Η Δανειακή Σύμβαση του Μαΐου του 2010, η οποία ούτε καν κυρώθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, υπήρξε προϊόν εξαπάτησης και εκβιασμού. Οποιεσδήποτε άλλες δεσμεύσεις και αποτελέσματα υπήρξαν σε βάρος της χώρας μας και των Ελλήνων πολιτών, ως απόρροια της αρχικής αυτής σύμβασης, είναι το ίδιο προϊόντα καταναγκασμού και εκβίασης και δεν μπορούν να ισχύουν βάσει των άρθρων 48-52 της Σύμβασης της Βιέννης του ΟΗΕ, αναφορικά με το Δίκαιο των Συνθηκών. Τα άρθρα αυτά προβλέπουν την ακύρωση μιας συνθήκης, εφ’ όσον χρησιμοποιήθηκε δόλος, υπήρξε σφάλμα, απειλή κατά εκπροσώπου του κράτους κλπ.

Τρίτο: Γιατί το χρέος δημιουργήθηκε κατά παράβαση του ίδιου του Δικαίου επάνω στο οποίο στηρίζεται η δημιουργία της Ε.Ε.. Είναι αναντίρρητο, ότι για την περίπτωση του ελληνικού χρέους αφενός μεν δεν λειτούργησαν οι θεσμοί για την αποτροπή του παράνομου χρέους ενώ τα αρμόδια όργανα της Κοινότητας, δεν πολιτεύθηκαν στο πλαίσιο της αρχής της νομιμότητας. Συνεπώς είναι άμεση η ευθύνη των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «ύπαρξη» και «αναπαραγωγή» του υπερβολικού χρέους του ελληνικού κράτους. Πρόβλημα όμως υπάρχει και ως προς το «νόμιμο του χρέους» με βάση το «κριτήριο της υπέρβασης». Το πρωτογενές Ενωσιακό Ευρωπαϊκό Δίκαιο θέτει όριο νομιμότητας με βάση τις διατάξεις: α) της παρ. 2β του άρθρου 126 ΣΛΕΕ και β) του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 12, όπου το 60% είναι ο λόγος μεταξύ του δημοσίου χρέους και του ΑΕΠ σε τιμές αγοράς. Αυτό είναι το νόμιμο και αποδεκτό δημόσιο χρέος. Εφόσον η Επιτροπή και το Συμβούλιο επέτρεψαν την υπέρβαση του ελληνικού χρέους άνω του 60%, έχουν συμπράξει απολύτως στη δημιουργία παράνομου χρέους, με τα κριτήρια της Συνθήκης του Μάαστριχ, αλλά και της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Το κριτήριο του υπερβολικού ελλείμματος αφορά στην «υπέρβαση». Η υπέρβαση όμως ρυθμίζεται με κανόνες δικαίου, οι οποίοι όταν παραβιάζονται συνιστούν παρανομία.

Συνέπεια του υπερβολικού ελλείμματος, άρα και του παράνομου χρέους, ήταν η επιβολή μέτρων λιτότητας σε βάρος του ελληνικού λαού με σύμπραξη και πάλι των ενωσιακών οργάνων, καθόσον στην τρόικα, πέραν του ΔΝΤ, εκπροσωπούνται τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παραβιάζοντας κατάφορα τόσο το Διεθνές Δίκαιο, όσο και τις ισχύουσες ευρωπαϊκές συνθήκες.

Οι παραβιάσεις αφορούν στη Συνθήκη της Λισσαβόνας και συγκεκριμένα τα άρθρα 2 και 3 που αναφέρουν ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η Ένωση έχει σαν σκοπό να προάγει την ειρήνη, τις αξίες της και την ευημερία των λαών της. Επίσης, στα άρθρα 145-150 αναφορικά με την απασχόληση, 151-166 σχετικά με την κοινωνική πολιτική και τα άρθρα 165 και 166 για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Παραβιάστηκε επίσης ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. που είναι ενσωματωμένος στην Συνθήκη της Λισσαβόνας. Εκεί έχουν παραβιασθεί το άρθρο 1 για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα άρθρα 11 για την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, και το άρθρο 12 για το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι. Παραβιάσεις έχουμε ακόμα στα άρθρα 14 για το δικαίωμα στην εκπαίδευση, 15 για το δικαίωμα στην εργασία, 17 το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, 20 στην ισότητα μπροστά στο νόμο, 25 αναφορικά με τα δικαιώματα των ηλικιωμένων, 26 την ένταξη των αναπήρων, 28 το δικαίωμα διαπραγμάτευσης και συλλογικών δράσεων και πολλά άλλα.

Τέταρτο: Πράγματι, στις 14/3/2014 το ευρωκοινοβούλιο με ψήφισμά του κήρυξε, επί της ουσίας, ολόκληρο τον ευρωπαϊκό μηχανισμό στήριξης των μνημονιακών πολιτικών ως παράνομο, γιατί παραβιάζει κατάφωρα το πρωτογενές δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή τις συνθήκες ίδρυσής της. Δηλαδή, ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα με την τρόικα έχει χαρακτηριστεί παράνομο, ακόμη και με βάση το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ. Τότε γιατί θα πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα τα δάνεια που αποτελούν προϊόν αυτού του παράνομου και καταχρηστικού με βάση το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ, μηχανισμού;

Πέμπτο: Από πότε ένας οφειλέτης και μάλιστα κράτος, δηλαδή λαός, είναι υπόχρεος για δάνεια που έχουν κριθεί παράνομα και καταχρηστικά; Τα οποία, μάλιστα, δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα. Σύμφωνα με το πιο πρόσφατο Δελτίο του Δημόσιου Χρέους (Νο 74) οι οφειλές προς τον μηχανισμό στήριξης ανέρχονται σε 219,7 δις ευρώ, από σύνολο 322,4 δις ευρώ τον Ιούνιο του 2014. Δηλαδή αποτελούν πάνω από το 68% του συνολικού δημόσιου χρέους, το οποίο είναι προϊόν ενός παράνομου και καταχρηστικού μηχανισμού.

Όποιον ορισμό κι αν πάρει κανείς για το απεχθές (odious) χρέος, που υφίσταται στη διεθνή νομολογία, οι οφειλές από τις αποικιοκρατικές δανειακές συμβάσεις που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα καταργώντας ασυλίες, εθνική κυριαρχία και θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα είναι παράνομες και καταχρηστικές.

Έκτο: Το υπόλοιπο δημόσιο χρέος, που δεν αφορά σε δάνεια από τον μηχανισμό στήριξης, ανέρχεται σε 102,7 δις ευρώ. Από αυτά γύρω στα 25 δις ευρώ είναι στο χαρτοφυλάκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) με μέση ληξιπρόθεσμη διάρκεια 3,4 χρόνια. Τα ομόλογα αυτά τα έχει αποκτήσει η ΕΚΤ αποκλειστικά από τη δευτερογενή αγορά και της αποφέρουν ετήσια κέρδη γύρω στο μισό δις ευρώ μόνο σε πληρωμές τόκων. Επίσης τα ομόλογα αυτά είναι αποκλειστικά σε εθνικό δίκαιο της Ελλάδας.

Τι κάνουμε μ’ αυτά; Γιατί δεν απαιτούμε να τα διαγράψει η ΕΚΤ; Το κάνει ήδη για ομόλογα με εμπράγματες εγγυήσεις χωρίς απόδοση για τις ιδιωτικές τράπεζες. Γιατί να μην απαιτήσουμε να το κάνει και για την Ελλάδα; Γιατί αυτά τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά;

Γιατί ενώ η ΕΚΤ κερδοσκοπεί με τα ελληνικά ομόλογα, συμμετέχει στον στραγγαλισμό του ελληνικού λαού μέσω της τρόικα;

Ένα άλλο μέρος του δημόσιου χρέους γύρω στα 26 δις ευρώ το κατέχουν οι εγχώριες συστημικές τράπεζες. Με δανεικά χρήματα που επιβαρύνθηκε ο ελληνικός λαός έγινε η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Με βάση ποια λογική δεν «σβήνονται» αυτά τα ομόλογα, ώστε να ξεχρεώσουν οι ίδιες οι τράπεζες ένα μέρος των ανακεφαλαιοποιήσεων που έγιναν με δημόσιο χρήμα; Γιατί το κράτος, αντί να παίρνει μετοχές δίχως αντίκρισμα για το χρήμα των φορολογουμένων που δίνει στις τράπεζες, να μην απαιτήσει το ισοφάρισμα με διαγραφή των ομολόγων που κατέχουν από πριν;

Το υπόλοιπο μέρος του δημόσιου χρέους περί τα 51 δις ευρώ διακινείται κυρίως από επαγγελματίες κερδοσκόπους, διαχειριστές κεφαλαίων, hedge funds, που συνδέονται και με τα κομματικά ταμεία των κυβερνώντων. Αν ανοίξουμε τα κιτάπια τους, είναι σίγουρο ότι θα βρούμε εικονικούς λογαριασμούς και πρόσωπα απ’ όπου ξεπλένεται χρήμα πολιτικό, επιχειρηματικό και οργανωμένου εγκλήματος.

Οι τρεις πτυχές αυτές του χρήματος, πολιτικό, επιχειρηματικό και εγκλήματος, είναι τόσο ταυτόσημες στις κορυφές της πολιτικής και της οικονομίας στην Ελλάδα, όσο σε λίγες χώρες στον κόσμο. Όταν βγουν όλα στην επιφάνεια θα διαπιστώσουμε, ότι οι μεγαλοεργολάβοι, μεγαλοπολιτικοί και μεγαλοεπιχειρηματίες είναι ταυτόχρονα και τα μεγαλύτερα αφεντικά στον κόσμο του εγκλήματος. Έτσι συνέβαινε πάντα σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά ποτέ όσο σήμερα[1].

Έβδομο: Αλλά ακόμη και με το «περίφημο» αγγλικό δίκαιο να πάνε κάποιοι, δεν πρόκειται να στοιχειοθετήσουν νομιμότητα στο ελληνικό χρέος όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά το 2010. Το αγγλικό εμπορικό δίκαιο του 1976, που ισχύει ακόμη και σήμερα στην Βρετανία, ορίζει τι σημαίνει ληστρικό χρέος. Όταν ένας δανειστής οδηγεί τον οφειλέτη του στη χρεοκοπία απαιτώντας να πληρωθούν με δυσβάσταχτο τρόπο όροι και συνθήκες και δεσμεύσεις υπέρ του, τότε αυτό το χρέος είναι ληστρικό και καταγγέλλεται.

Όγδοο: Πολλά κράτη ήδη έχουν καταγγείλει ανάλογα χρέη ως ληστρικά. Από τα τελευταία κράτη που το έχουν κάνει είναι η Ισλανδία και μάλιστα μέσω τραπεζών, δεν ήταν καν δημόσιο χρέος. Είναι ακόμα χειρότερο, γιατί εκεί επρόκειτο για ιδιώτες οι οποίοι χρωστάνε σε ιδιώτες. Πως παρεμβαίνει το κράτος να διαγράψει χρέη ιδιωτών; Εκεί υπήρχε και το πάτημα εκ μέρους της Βρετανίας και της Ολλανδίας που είπαν κοιτάξτε να δείτε εγώ δεν ζητάω από το κράτος, ζητάω από τις τράπεζες. Εφόσον το κράτος εγγυάται τις τράπεζες, να λύσει το πρόβλημα το κράτος. Εγώ σαν Βρετανός ή Ολλανδός απλά θέλω να αποζημιωθώ. Πήγαν, λοιπόν, στο Διεθνές δικαστήριο των 7, της Διεθνούς Ζώνης Εμπορίου όπου ανήκει και η Ισλανδία αλλά και η Βρετανία και η Ολλανδία και το διεθνές δικαστήριο τον Γενάρη του 2013 έβγαλε κατευθείαν απόφαση. Ακόμα και αν ήταν δεσμευμένη η Ισλανδία με σύμβαση να αποζημιώσει τους Βρετανούς και τους Ολλανδούς, καλά έκανε και δεν τους αποζημίωσε, γιατί προέχει η ευνομία, η τάξη και τα δικαιώματα μιας χώρας που έχει τεθεί σε διαδικασία παγκόσμιας κρίσης. Λόγω της απειλής της παγκόσμιας κρίσης η κυβέρνηση έπρεπε πρώτα να φροντίσει το λαό της και την οικονομία της. Αυτό είπε το δικαστήριο και αυτό είναι βασική αρχή στο Διεθνές δίκαιο. Η δέσμευση που έχει μια κυβέρνηση απέναντι στον λαό της υπερτερεί έναντι οποιασδήποτε άλλης δέσμευσης, δανειστών ή οποιουδήποτε άλλου κράτους.

Ένατο: Το χρέος δεν είναι εξυπηρετήσιμο και προκειμένου να θεωρείται «βιώσιμο» θα στραγγαλίζεται στο διηνεκές η ελληνική οικονομία και ο λαός. Το τελευταίο ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (2014), αποδέχεται, ότι η αναδιάρθρωση και η διαγραφή του χρέους είναι κυριαρχικό δικαίωμα του κράτους και δεν μπορεί να εμποδίζεται από κανέναν ιδιώτη δανειστή, ή άλλο κράτος. Αποδέχεται, επίσης, ότι η «βιωσιμότητα» του χρέους εξαρτάται από το αν μπορεί να εξυπηρετηθεί, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας των ανθρώπινων, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων ενός λαού.
Το ψήφισμα, έστω έμμεσα, θεωρεί κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους τις μονομερείς ενέργειες, για την αναδιάρθρωση του χρέους του.

Δέκατο: Οι ομολογίες σε ανώτατο επίπεδο στελεχών της Ε.Ε. και του ίδιου του Γιούνγκερ, ότι γνώριζαν από παλιά τη δυναμική του χρέους της Ελλάδας, αλλά δεν έκαναν κάτι, επειδή θα έπαυαν να κερδίζουν από το ελληνικό χρέος οι Γερμανοί και οι Γάλλοι.

Το δίλημμα είναι καθαρό.

Φυσικά το να επικαλεσθεί κανείς τους παραπάνω λόγους και αυτό να γίνει αποδεκτό από τους δανειστές, ξεπερνάει κάθε φαντασία. Ειδικά στο βαθμό που η ετεροβαρής σχέση δανειστή κι οφειλέτη επιβαρύνεται με τον τρόπο που έχει δεθεί η χώρα στην ευρωζώνη, όπου ο εκβιασμός για άμεση παύση της χρηματοδότησης θα λειτουργήσει καταλυτικά για όποιον επιζητήσει την οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με βάση τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Αν δεν σπάσει η ετεροβαρής αυτή σχέση κι αν δεν εξαλειφθεί το εργαλείο του εκβιασμού που είναι η χρηματοδότηση μέσω της ΕΚΤ, δηλαδή το ευρώ, καμία πιθανότητα δεν υπάρχει να βρούμε το δίκιο μας.

Γι εμάς το δίλημμα είναι καθαρό: Είτε συμβιβάζεσαι με την υπάρχουσα κατάσταση και απλά διεκδικείς τρόπους να την διαχειριστείς καλύτερα, χωρίς όμως κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, είτε την ανατρέπεις. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Όσο περιμένουμε τον από μηχανής Θεό να μας γλυτώσει με κάποιο θαύμα, τόσο τα πράγματα θα χειροτερεύουν και η αντιστροφή θα γίνεται ολοένα και δυσκολότερη.

Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτα να σταματήσουμε να εξαρτιόμαστε από τις δόσεις των δανείων της ευρωζώνης που δίνονται με ρήτρα την καταστροφή και το ξεπούλημα της χώρας. Η άρνηση πληρωμής θα πρέπει να συνοδευτεί με αποκήρυξη του χρέους ως παράνομου και καταχρηστικού με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου, όπως ακριβώς περιγράφηκε προηγουμένως.

Αν δεν ξεμπερδέψουμε ολοκληρωτικά από το χρέος δεν μπορούμε να μιλάμε για οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορούμε να μιλάμε για άλλη πολιτική, εκτός αν θέλουμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας.

Το να διαπραγματευόμαστε για να περικόψουμε κάποιο μέρος (***), να το επιμηκύνουμε ή οτι άλλο ακούγεται τελευταία, σημαίνει, προφανέστατα, ότι αναγνωρίζουμε τις δεσμεύσεις που έχουν επιβληθεί στην χώρα προκειμένου να πάρει τα δάνεια αυτά και συνεχίζουμε την καταστροφική πορεία. Ή, μονομερώς καταγγέλλουμε ως απεχθείς τις συμβάσεις και τις δεσμεύσεις που έχουν επιβληθεί στην χώρα και επομένως διαγράφουμε μονομερώς το προϊόν αυτών των συμβάσεων. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Η μονομερής διαγραφή του χρέους, μετά από καταγγελία του, έξοδο από το ευρωσύστημα, χρεοκοπία των εγχώριων τραπεζών υπό δημόσιο έλεγχο, εκκαθάριση τους σε καθεστώς λειτουργίας και με ταυτόχρονη προστασία των καταθέσεων των πολιτών, αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο.

[1] Από αντίστοιχο άρθρο για το χρέος του Δημήτρη Καζάκη.

πηγη