Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Εθνική Ανεξαρτησία, ή χρεοκοπία εντός ευρωένωσης και συνέχιση της κατοχής; (μέρος δεύτερο)



του Όθωνα Κουμαρέλλα*

(εδώ τοπρώτο μέρος)
Στη συνέχεια της προσπάθειας του «
analyst.gr» να μας ενημερώσει για το δέον γενέσθαι στη χώρα μας, επανήλθε με νεότερο άρθρο όπου συγκρίνοντας τα ασύγκριτα μας πληροφορεί για το πόσο «κοντά» είναι η Αμερική κάνοντας μια αναδρομή της προεδρίας Ομπάμα και των αποτυχιών της, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την πρόσφατη ψήφο των Αμερικανών υπέρ του κ. Τράμπ, για να καταλήξει στα καθ΄ ημάς.

Η εκδοχή της ΤΙΝΑ

Τα οποία «καθ’ ημάς» δεν είναι τίποτε άλλο από το γεγονός, ότι κατά τον αρθρογράφο «οι Έλληνες δεν επέλεξαν την αριστερή πολιτική, αφού θεωρούν πως είναι αδύνατον να υιοθετηθεί από μία και μοναδική χώρα στον πλανήτη» και ότι η εμπέδωση του καθεστώτος κατοχής αποτελεί απλά μια «οικτρή αποτυχία» του Τσίπρα να τηρήσει τις υποσχέσεις του, κατ΄ αναλογία με τον Ομπάμα.

Είδατε τι ωραία μας τα σερβίρει η προπαγάνδα; Αφού εκεί που απέτυχε ο Ομπάμα, πως θα ήταν δυνατόν να πετύχει ο κ. Τσίπρας; Ο κατά τα άλλα συγκρινόμενος με τον κ. Ομπάμα εξ ίσου (ή και περισσότερο) νέος, άφθαρτος και συμπαθής ελληνόφωνος πρωθυπουργός. Μάλιστα το ότι οι Έλληνες στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015 δεν επέλεξαν «αριστερή» πολιτική, αποδεικνύεται από τον «εξοβελισμό» της αριστερής πλατφόρμας από τη Βουλή στις δεύτερες εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 μετά την ψήφιση του 3ου μνημονίου! Νάτη πάλι αυτή η έμμεση ενοχοποίηση των Ελλήνων πολιτών για τις επιλογές τους… -Μα αφού οι Έλληνες δια της ψήφου τους δεν επέλεξαν «αριστερή» πολιτική, τι να σου κάνει ο… άνθρωπος; Η εκδοχή της ΤΙΝΑ, δηλαδή ότι τα πάντα είναι μονόδρομος και δεν υπάρχει εναλλακτική, ως συνειδητή επιλογή του ελληνικού λαού


Ενοχοποίηση, αλλά και αποενοχοποίηση συνάμα, αφού τα πάντα αποτελούν μονόδρομο, πως είναι δυνατό να υιοθετηθεί μια διαφορετική πολιτική από μια και μοναδική χώρα στον πλανήτη; Βεβαίως για να γίνει πειστικό το επιχείρημα τίθεται και το κατάλληλο «αριστερό» πρόσημο στην πολιτική που εκφεύγει της ΤΙΝΑ (δεν υπάρχει εναλλακτική).

Και ακολουθεί το γνωστό «ξεκάρφωμα»: «το πολίτευμα που προσελκύει τους περισσότερους Έλληνες είναι επίσης ο δημοκρατικός σοσιαλισμός -η ελεύθερη, μικτή οικονομία δηλαδή, με κοινωνικό πρόσωπο». Δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε, αλλά είναι αυτό που επέλεξε από ιδεολογική συμπάθεια ο ελληνικός λαός στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015; Ή μήπως ήταν μια απέλπιδα προσπάθειά του για ριζικές αλλαγές και απαλλαγή του από το κατοχικό καθεστώς; Και ήταν μια επιλογή που του παρουσιάζονταν -κάτω από τις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί τότε- ως η μόνη δυνατή για να ξεφύγει από τη μέγγενη της κατοχής. Μια προσπάθεια και μια επιλογή που προδόθηκε μέσα από την υφαρπαγή της ψήφου του!

Αθώος λοιπόν ο κ. Τσίπρας, επειδή απλά δεν μπόρεσε κι απέτυχε, ως κάτι που συνέβη νομοτελειακά, ειδάλλως γιατί αυτή η σύγκριση με τις αποτυχίες του πάντα… συμπαθούς Ομπάμα;

Τι νόημα έχει άραγε αυτή η μακροσκελής εισαγωγή με τις συγκρίσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ελλάδας, μεταξύ Ομπάμα και Τσίπρα για να καταλήξουμε τελικά στο απόλυτα κοινότυπο και πανθομολογούμενο, δηλαδή την ανάγκη αλλαγής, που αν δεχθούμε ως ισχύοντα τα συμπεράσματα αυτή της μακροσκελούς εισαγωγής, απέχει μακράν από το να είναι εφικτή;

Ανάγκη αλλαγής

Ας δούμε όμως, ποια θα πρέπει να είναι αυτή η αλλαγή κατά τον αρθρογράφο.

Πολύ σωστά την ορίζει: «…ένα επόμενο κίνημα, το οποίο να είναι σε θέση να την κάνει εάν όχι ξανά μεγάλη, τουλάχιστον να την απελευθερώσει από την κρίση, από την ντροπή, από τη γερμανική κατοχή, καθώς επίσης από την παγίδα του χρέους, στην οποία δυστυχώς οδηγήθηκε».

Θα μπορούσε μάλιστα να είναι πολύ ευχάριστη έκπληξη γι’ εμάς η χρήση της λέξης «κατοχή», μια λέξη απαγορευμένη σχεδόν απόλυτα στην politically correct ρητορική των συστημικών και όχι μόνο, μολονότι περιγράφει επακριβώς τη κατάσταση στην χώρα μας. Όπως επίσης και όλα τα θαυμαστά για τις δυνατότητες που έχει η πατρίδα μας, όπως ο αρθρογράφος συνομολογεί, για να μας προσγειώσει όμως στην πραγματικότητα, όταν διαβάζουμε: «Για να μπορέσει όμως να τα καταφέρει σήμερα η Ελλάδα, θα πρέπει να εξασφαλισθούν άμεσα οι απαραίτητες προϋποθέσεις -πριν από κάθε τι άλλο η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του δημοσίου χρέους….». Μήπως το έχουμε ξανακούσει αυτό το περί διαγραφής ενός μεγάλου μέρους του χρέους;

Η διαγραφή του χρέους

Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να το συζητήσουμε, αν θα μας δίνονταν κάποια στοιχεία για το πως εννοεί ο αρθρογράφος αυτού του τύπου τη διαγραφή, δηλαδή -κατ’ αρχήν- πόσο μεγάλο θα είναι το μέρος του χρέους που πρέπει να διαγραφεί; Θα είναι το 10%, το 50%, ή το 80% του συνολικού; Ποια είναι τα στοιχεία που πείθουν ότι τόσο χρειάζεται να διαγραφεί και όχι παραπάνω, ή λιγότερο; Αλλά το κυριότερο είναι ότι δεν μας λένε, πως θα γίνει αυτή η διαγραφή ακριβώς. Συναινετικά, ή μονομερώς;

Επειδή, η στάση πληρωμών που επαγγέλλεται και μάλιστα εντός ευρωζώνης, δεν σημαίνει επ’ ουδενί διαγραφή του χρέους, ούτε κατά ένα σεντ! Διότι είναι άλλο να δηλώσεις αδυναμία πληρωμής και να σταματήσεις να πληρώνεις (προσωρινά) χρεοκοπώντας, υφιστάμενος τις συνέπειες και εντελώς διαφορετικό να αρνηθείς να αναγνωρίσεις ένα παράνομο χρέος. Εκτός κι εάν εννοείται ότι μέσω της στάσης πληρωμών θα εκβιαστούν οι δανειστές να προχωρήσουν σε γενναίο «κούρεμα» του χρέους. Και όλα αυτά εντός της ευρωζώνης, που ενώ η Ελλάδα δεν διαθέτει κανένα εργαλείο πολιτικής, οι δανειστές έχουν τα πάντα για να μας επαναφέρουν στα «νερά» τους.

Αν -από την άλλη- εννοείται μονομερής διαγραφή, ποιο τμήμα του χρέους μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο, σε τι ποσοστό άραγε και ποιο μέρος του και σε τι ποσοστό μπορεί να θεωρηθεί παράνομο;

Αν προτείνεται συναινετική διαγραφή, πως άραγε αυτή μπορεί να γίνει, έχοντας μάλιστα την τραυματική εμπειρία του PSI, που γύρισε μπούμερανγκ σε βάρος μας -κοινώς βγήκαμε και δαρμένοι με τη καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων και των μικροομολογιούχων και χρεωμένοι με καμιά τριανταριά δις ευρώ επιπλέον του υποτίθεται κουρεμένου χρέους;

Πως είναι δυνατό λοιπόν να υπάρξει συναινετική διαγραφή «ενός μεγάλου μέρους του χρέους»; Κανένα στοιχείο δεν δίνεται ακόμα και μέσα από αυτές τις δαιδαλώδεις παραπομπές από άρθρο σε άρθρο του «analyst.gr», που να πείθει στο ελάχιστο ότι μια τέτοια διαγραφή είναι εφικτή και αξίζει τον κόπο να την επιδιώξουμε.

Αν μια τέτοιου είδους «συναινετική» διαγραφή δεν αποτελεί φαντασίωση των θεωρητικών του «analyst.gr», αλλά και πολλών άλλων, που θέλουν να παρουσιάζονται ως «αντισυστημικοί» στο δημόσιο λόγο τους, τότε γιατί δεν μας εκθέτουν καθαρά και βήμα το βήμα την προβλεπόμενη νομικοπολιτική διαδικασία που προτείνουν να ακολουθηθεί;

Αν εννοούν παράκαμψη των προβλεπομένων διαδικασιών με κοινή συναίνεση των δανειστών, τότε ας μας απαντήσουν στο απλό. Τι είναι αυτό που θα πείσει, ή θα εξαναγκάσει τους δανειστές να δεχθούν, ουσιαστική διαγραφή έστω και ενός μικρού μέρους του χρέους; Για ποιο λόγο να το κάνουν, επειδή θα μας λυπηθούν; Ή μήπως επειδή θα έχουν να κερδίσουν κάτι; Τη στιγμή μάλιστα που η ελληνική πλευρά (σε διακυβερνητικό επίπεδο μέσω των ψηφισμένων μνημονίων και κυρίως του 3ου με 223 βουλευτές, παρακαλώ), έχει αποδεχτεί και συνομολογήσει τη βιωσιμότητα ολόκληρου του χρέους, αρκεί να προχωρούν οι «μεταρρυθμίσεις» και να επιτυγχάνονται πρωτογενή πλεονάσματα;

Εμείς, αντίθετα, έχουμε αποδείξει στηριγμένοι στο διεθνές δίκαιο, ότι το σύνολο των χρεών που προέκυψαν από τις μνημονιακές δανειακές συμβάσεις είναι παράνομο και ληστρικό και, ότι ο μοναδικός τρόπος να διαγραφεί είναι στο σύνολό του με κορυφαία πράξη δηλωτική της εθνικής μας κυριαρχίας.

Και η εθνική κυριαρχία είναι αναγνωρίσιμη μόνο όταν εμείς οι ίδιοι την αναγνωρίζουμε, τη σεβόμαστε και την κατοχυρώνουμε με αντίστοιχες πράξεις! Διαφορετικά δεν υφίσταται και καθιστάμεθα έρμαια τρίτων.

Αν υπάρχει άλλη πιο δόκιμη και ρεαλιστική λύση από αυτήν της δια πράξεως εθνικής κυριαρχίας χαρακτηρισμού του χρέους, όπως αυτό που πραγματικά είναι, δηλαδή παράνομο, καταχρηστικό, εν τέλει ληστρικό και προϊόν εκβιασμού και εξαπάτησης του ελληνικού λαού, δηλαδή συνωμοσίας σε βάρος του, έστω και αν αυτή εξυφάνθη σε γνώση και με συναίνεση του ελληνικού κατεστημένου πολιτικού συστήματος (εξ ου και ομιλούμε περί δωσιλογισμού), γιατί δεν μας την περιγράφουν βήμα το βήμα;

Βεβαίως υπήρξε μια προσπάθεια περιγραφής μιας παρόμοιας μεσοβέζικης διαδικασίας με την πρόταση προσφυγής της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, διεκδικώντας τη διαγραφή του χρέους. Δηλαδή, προτάθηκε να προσφύγουμε στους ίδιους που μας έχουν καταδικάσει στο καθεστώς αυτό. Αν είναι δυνατόν, να λέγονται, ή να γράφονται τέτοια απερίσκεπτα πράγματα!

Η αντίστροφη διαδικασία είναι η ορθή, είναι δόκιμη και άμεσα αποτελεσματική. Η μη αναγνώριση του χρέους, η οριστική παύση αποπληρωμής του ως πράξη κυριαρχίας του (νέου) ελληνικού κράτους και στη συνέχεια, εάν κάποιος διαφωνεί από τους δανειστές, ας προσφύγει σε όποιο διεθνές, ή εθνικό δικαστήριο θέλει να προσβάλλει την απόφασή μας. Εμείς τότε θα μπορούμε να τον αντικρούσουμε αποτελεσματικότατα, με όλα τα στοιχεία, τα επιχειρήματα, αλλά και τα διεθνώς νομικώς ισχύοντα, έχοντας όμως ήδη απαλλάξει την πατρίδα και τον ελληνικό λαό -τουλάχιστον για όσο διάστημα θα διαρκέσει αυτή η δικαστική διαδικασία (δηλαδή για πολλές δεκαετίες)-.από το άγος αυτού του δυσβάστακτου χρέους. Τόσο απλά!

Ωστόσο πέραν του πολιτικού και νομικού ζητήματος σε σχέση με το χρέος υπάρχει και ένας οικονομικός καθαρά λόγος που καθιστά μη βιώσιμο ακόμα και ένα μικρό του μέρος και άρα αποτελεί αδήριτη ανάγκη η ολοσχερής διαγραφή του. Με ένα μεσοσταθμικό έλλειμμα του οικογενειακού προϋπολογισμού για την κάλυψη βασικών πρωτογενών του αναγκών, που ξεπερνά το 16% ετησίως σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, πως μπορεί να υπάρξει έστω και ένα ελάχιστο πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό του κράτους για να εξυπηρετείται το χρέος, δίχως την περαιτέρω συμπίεση και την ακατάσχετη πλέον οικονομική αιμορραγία των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων;

Πως μπορεί να υπάρξει έστω και μια αμυδρή ελπίδα οικονομικής ανάκαμψης, όταν μέσω του περαιτέρω στραγγαλισμού του οικογενειακού εισοδήματος καταστρέφεται και ό,τι ακόμη έχει απομείνει από την εσωτερική αγορά; Και ποιος θα έλθει να βάλει έστω και ένα ευρώ σε παραγωγική επένδυση, όταν δεν υφίσταται αγορά, ή είναι κατεστραμμένη λόγω της απομύζησης κάθε πόρου προκειμένου να αποπληρώνεται το χρέος;

Όταν ο ίδιος ο υπέρμαχος των μνημονιακών πολιτικών ΣΕΒ (Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών) σε πρόσφατη έκθεσή του αναφέρει, ότι απαιτούνται τουλάχιστον 100 δις ευρώ σε επενδύσεις για να ανακάμψει η ελληνική οικονομία, ποιος τρελός θα έλθει να βάλει έστω και ένα ευρώ σε μια κατεστραμμένη αγορά, χωρίς τζίρο και με τα εισοδήματα συστηματικά να μειώνονται;

Ήδη το επίπεδο επενδύσεων στη χώρα έχει φτάσει τόσο χαμηλά, όσο εκείνο της εμπόλεμης Υεμένης. Όσοι ακόμη και τώρα μιλούν για «ανάπτυξη» και επενδύσεις, χωρίς να θέτουν επί τάπητος την ολοκληρωτική διαγραφή του χρέους, έχουν στο μυαλό τους μόνον τις «αρπαχτές» μέσω αγοραπωλησιών περιουσιακών στοιχείων, είτε δημόσιου, είτε ιδιωτικού χαρακτήρα. Αγοραπωλησίες που τις βαφτίζουν επενδύσεις. Διότι στην κάθε αγοραπωλησία υπάρχει κατά κανόνα η διαμεσολάβηση, δηλαδή η μεσιτεία και τα «μεσιτικά», κοινώς η μίζα. Και τα λεφτά εδώ είναι πολλά, όχι όμως για την οικονομία, ούτε για την «ανάπτυξη», αλλά για την τσέπη των μεσαζόντων. Και αυτή ακριβώς η μεσιτεία και η μίζα είναι το «μήλον της έριδος» μεταξύ των συστημικών κομμάτων και του εκμαυλισμένου πολιτικού προσωπικού που τα απαρτίζουν και που μας φλομώνουν με φληναφήματα περί των περίφημων «επενδύσεων» που είναι στη γωνία και θα έλθουν μόλις ολοκληρωθεί η «μεταρρύθμισή» μας!

Αλλά για να επανέλθουμε στο θέμα του χρέους, για όλους τους παραπάνω, πολιτικούς, νομικούς, αλλά και οικονομικούς λόγους η ολοκληρωτική διαγραφή του συνόλου του χρέους είναι αναπόδραστη επιλογή για κάθε Έλληνα δημοκράτη και πατριώτη, αλλά και κάθε εχέφρονα αναλυτή, που δεν εξυπηρετεί σκοτεινά συμφέροντα. Όλα τα υπόλοιπα που προτείνονται περί μερικής διαγραφής και άλλα χαριτωμένα περί επιμήκυνσης, ή μείωσης επιτοκίων κτλ αποτελούν μεσοβέζικα μέτρα και στάχτη στα μάτια μας, που σύντομα -αν ακολουθηθούν- θα μας φέρουν σε δυσμενέστερη από τη σημερινή θέση.

Οι προτάσεις:

Έτσι, δεν έχουμε παρά να συμφωνήσουμε στη διαπίστωση, ότι χωρίς τη διαγραφή με οποιονδήποτε τρόπο του χρέους είναι «αδύνατο να δρομολογηθούν όλα εκείνα τα μέτρα, τα οποία απαιτούνται για την αναβίωση της ελληνικής οικονομίας». Ας δούμε λοιπόν ποια είναι αυτά τα μέτρα που προτείνονται ένα προς ένα:

α) Η μείωση της φορολογίας στο 15%. Αν και το ποσοστό αυτό μείωσης της φορολογίας (των επιχειρήσεων) είναι της μόδας, αφού είναι ο νεοεκλεγείς στο αξίωμα του προέδρου των ΗΠΑ Τράμπ, που το εξήγγειλε πρώτος, δεν διαφωνούμε, αλλά γιατί 15% κι όχι 18%, ή 12%, ή και καθόλου στην δική μας περίπτωση; Ποια είναι τα κριτήρια και πως υπολογίζεται το ύψος του ποσοστού φορολόγησης που απαιτείται; Επίσης, με τον συντελεστή αυτόν τί εννοείται; Οριζόντια φορολόγηση με ενιαίο συντελεστή των πάντων; Είτε κάποιος είναι μεταπράτης, είτε θέλει να είναι παραγωγός, το ίδιο θα φορολογείται;

Προσωπικά δεν αντιλαμβάνομαι τη λογική της συστηματικής ενίσχυσης του μεταπρατισμού μέσω της φορολογίας, που ανελλιπώς ακολουθείται για δεκαετίες στην Ελλάδα, με συνέπεια την πλήρη απαξίωση και αποξήλωση κάθε παραγωγικής διαδικασίας. Διότι αυτού του τύπου η λογική είναι που κατέστησε την ελληνική οικονομία μη ανταγωνιστική. Εκεί βρίσκεται το πρόβλημα και όχι στο ύψος της φορολόγησης, δηλαδή αν είναι ματαιοπονία για τον παραγωγό να ανταγωνιστεί τον ντόπιο μεταπράτη, έχοντας τον ίδιο φορολογικό συντελεστή, πολύ πριν σκεφτεί καν να γίνει ανταγωνιστικός στο εξωτερικό. Διότι προκειμένου να είσαι ανταγωνιστικός στο εξωτερικό, πριν απ’ όλα πρέπει να παράγεις (στο εσωτερικό), όλα τα υπόλοιπα έπονται!

Φυσικά δεν είναι μόνον η φορολογία, είναι και πολλά άλλα, αλλά ο τρόπος φορολόγησης δείχνει τη λογική του τι είδους οικονομία θέλεις και μέσω αυτής ποια συμφέροντα προωθείς.

β) Η στήριξη του τραπεζικού τομέα από το κράτος με νέα κεφάλαια, έτσι ώστε να είναι σε θέση αφενός μεν να χρηματοδοτήσει την πραγματική οικονομία, αφετέρου να ρυθμίσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια του ιδιωτικού τομέα - με τη μετατροπή των ενυπόθηκων σε Leaseback.

Εδώ προκύπτουν πολλά ζητήματα μαζί. Πρώτα - πρώτα ο κ. Βιλιάρδος προτείνει τη στήριξη των τραπεζών με νέα κεφάλαια, ώστε να μπορούν χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία. Τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις έγιναν με πάνω από 60 δις, λεφτά του φορολογούμενου πολίτη. Νισάφι πια! Αλλά κι αν δεχτούμε τη λογική του δεν βαριέσαι ας τους δώσουμε μερικά ακόμη, που θα τα βρούμε; Δηλαδή που θα τα βρει το κράτος, αν δεν μας τσακίσει όλους μας, ακόμα πιο πολύ, στα χαράτσια και στις περικοπές μισθών, συντάξεων και κάθε κοινωνικής δαπάνης;

Αλλά εδώ αναδεικνύεται και κάτι εξ ίσου, ίσως και πιο σημαντικό. Η ανάγκη για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών προέκυψε (υποτίθεται) ακριβώς λόγω της ύπαρξης των κόκκινων δανείων. Εισπράττοντας τα λεφτά των τριών διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων, δεν θα έπρεπε να σβήσουν ταυτόχρονα και αντίστοιχου ύψους απαιτήσεις; Ούτε μια δεν σβήστηκε! Τουλάχιστον από τα ενυπόθηκα δάνεια του απλού κόσμου! Που πήγαν όλα αυτά τα λεφτά; Εμείς τους τα δώσαμε, αυτοί τι τα έκαναν; Που τα εξαφάνισαν;

Έτσι αποτελεί πρόκληση η θέση που προτείνεται, να τους πληρώσουμε ξανά, να τους στηρίξουμε, για να μπορέσουν να ρυθμίσουν τα ενυπόθηκα δάνεια και μάλιστα πως; Με το να μετατρέψουν του ιδιοκτήτες σε ενοικιαστές του ίδιου τους του σπιτιού. Εκεί που μας χρωστάνε να μας πάρουν και το βόδι δηλαδή!

Ειλικρινά αναρωτιέμαι, όσοι προτείνουν τέτοια, έχουν επίγνωση σε τι ακριβώς αναφέρονται, ή βαράνε «τουφεκιές» στον αέρα πιστεύοντας ότι απευθύνονται σε άσχετους;

Η λύση εδώ είναι μια και μοναδική. Πτώχευση και εκκαθάριση εν λειτουργία από εισαγγελείς των συστημικών τραπεζών και γενική σεισάχθεια των ιδιωτικών χρεών, ταυτόχρονα με τα χρέη προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Τόσο απλά και κρυστάλλινα, επειδή υπάρχει αδήριτη ανάγκη πέραν της διαγραφής του δημόσιου χρέους, αντίστοιχης διαγραφής του ιδιωτικού χρέους των Ελλήνων πολιτών και των μικρομεσαίων και επανεκκίνηση της οικονομίας χωρίς τις δουλείες του παρελθόντος.

Όλα τα άλλα που ακούγονται, λέγονται, ή γράφονται είναι αφελή, ή εκ του πονηρού!

Βέβαια όπως προκύπτει από μια μικρή διερεύνηση στην αρθρογραφία του «analyst.gr» επικρατεί απολύτως η θεολογική αντίληψη, ότι άνευ χρέους η ανάπτυξη αποτελεί ουτοπία και ότι μοναδικός τρόπος να δοθεί αξία στο παραγόμενο εκ του μηδενός χρήμα είναι ο δανεισμός του και ο τόκος επ’ αυτού. Έτσι, κάτω από αυτό το θεολογικό πρίσμα δικαιολογείται οποιαδήποτε αφελής, ανεδαφική, ή και εκ του πονηρού πρόταση. 

Στη συνέχεια απαριθμούνται διάφορες ακόμη προτάσεις που κάποιος θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητήσει πλευρές τους, αν υπήρχε το κατάλληλο πλαίσιο για την υλοποίησή τους, αλλά ο προτείνων αρθρογράφος δεν μας αναφέρει πως μπορούν να γίνουν όλα αυτά σήμερα και υπό το καθεστώς κατοχής.

Στον επίλογο του όμως, ξεκαθαρίζει τη θέση του. Να μας τα επιτρέψουν οι δανειστές!!!
Και εάν δεν γίνει αυτό τότε ανακαλύπτεται η σημαία της… επανάστασης, με «…ένα νέο κίνημα που θα έχει το θάρρος να τα απαιτήσει, μαζί με τις γερμανικές επανορθώσεις τότε θα πρέπει να αποτολμήσει η χώρα μας τη στάση πληρωμών». Εδώ όμως τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα, αφού σκόπιμα ο αρθρογράφος εμπλέκει την πάγια απαίτησή μας για τις πολεμικές γερμανικές επανορθώσεις και το κατοχικό δάνειο, με το σημερινό παράνομο χρέος και την ανάγκη διαγραφής του, κάνοντας έναν απαράδεκτο και αντεθνικό συμψηφισμό μεταξύ εντελώς διαφορετικών εθνικών θεμάτων.

Δεν γνωρίζουμε σε τι είδους σύγχυση ευρίσκεται ο αρθρογράφος, ή τι είδους συμφέροντα εξυπηρετεί, προτείνοντας τέτοια και αφού συνεχίζει, καταλήγοντας «….Φυσικά η στάση πληρωμών οφείλει να δρομολογηθεί εντός της Ευρωζώνης, αναλαμβάνοντας το ρίσκο να μας επιβάλλουν τότε οι Ευρωπαίοι την έξοδο μας από το κοινό νόμισμα…». Δηλαδή, καταλήγει, εμμένοντας με τον φανατισμό ενός θρησκόληπτου φονταμενταλιστή στην παραμονή μας πάσει θυσία στην ευρωζώνη, προτείνοντας τελικά τον ασφαλέστερο δρόμο για την επιβολή του κατοχικού διπλού νομίσματος και την τελειωτική καταστροφή της χώρας.

*Ο Όθωνας Κουμαρέλλας είναι αρχιτέκτονας και μέλος της ΠΓ του ΕΠΑΜ